elenfrdeitrues

Βιβλίο : Ο ΑΧΡΩΜΟΣ ΤΣΟΥΚΟΥΡΟΥ ΤΑΖΑΚΙ

0
0
0
s2smodern

Ο ΑΧΡΩΜΟΣ ΤΣΟΥΚΟΥΡΟΥ ΤΑΖΑΚΙ

ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ

Συγγραφέας: Χαρούκι Μουρακάμι

Εκδόσεις Ψυχογιός

Ο Τσουκούρου, ένας τριανταεξάχρονος σχεδιαστής σιδηροδρομικών σταθμών, που το όνομά του σημαίνει «φτιάχνω» ή «χτίζω» –όχι όμως «δημιουργώ»–, πιστεύει πως διάγει βίο άχρωμο, χωρίς ίχνος προσωπικότητας. Στα είκοσί του απορρίπτεται, για άγνωστους λόγους και με συνοπτικές διαδικασίες, από την εξιδανικευμένη παρέα του: δυο αγόρια και δυο κορίτσια, με ονόματα που παραπέμπουν αντίστοιχα σε τέσσερα διαφορετικά χρώματα.

Ο «άχρωμος» Τσουκούρου αποδέχεται την απόρριψη σιωπηρά, φτάνει λόγω του συναισθηματικού σοκ στα πρόθυρα του θανάτου και τελικά επανέρχεται στην κανονική ζωή του χωρίς να έχει ουσιαστικά συνέλθει. Ώσπου έπειτα από δεκαέξι χρόνια, η Σάρα, μια γυναίκα που τον ενδιαφέρει σοβαρά, διαβλέπει το συναισθηματικό του μπλοκάρισμα, θέτει το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων και τον ωθεί στο αυτονόητο: να επιδιώξει, έστω και εκ των υστέρων, μια εκ βαθέων επαφή με την «πολύχρωμη» παρέα του για να φωτίσει τις λεπτομέρειες του βαθιά κρυμμένου ψυχικού τραύματός του, να κατανοήσει τα αίτια και να χειριστεί την πραγματικότητα με τρόπο λυτρωτικό για τον ίδιο και για τη μεταξύ τους σχέση. 

Η ιστορία του βιβλίου είναι απλή στη σύλληψή της, διαχρονική στη θλίψη της, αέναη στους κύκλους κάθε ανθρώπινης ζωής. Ο κάματος της ενηλικίωσης, που σέρνει πίσω του τραύματα ανοιχτά που πρέπει να επουλωθούν γιατί οδηγούν σε νέα τραύματα, ανακυκλώνοντας την αρχική απόρριψη, με νέα απόρριψη, του ίδιου του εαυτού.

Ο Τσουκούρου «φορτώνεται» από τον πατέρα του ένα όνομα που μοιάζει να τον καθορίζει. «Εν πάση περιπτώσει, έτσι διαμόρφωσε μια προσωπικότητα σύμφωνα με το ονοματεπώνυμο «Ταζάκι Σουκούρου», που σημαίνει «φτιάχνω πολλά υψώματα (ή άκρες). Πριν πάρει το όνομά του, ο Τσουκούρου ήταν ένα τίποτα, ένα ανώνυμο χάος μέσα στο λυκαυγές. Ένα κομμάτι ρόδινης σάρκας τριών κιλών που μόλις ανάσαινε σκούζοντας στο σκοτάδι. Πρώτα του δόθηκε το όνομα. Κατόπιν δημιουργήθηκε ο νους και το μνημονικό του και μετά σχηματίστηκε το εγώ του. Εν αρχή ην το όνομα» (σελ. 64).

Ένα και μόνο ιδεόγραμμα θα του στερήσει την δημιουργικότητα. Θα τον καθορίσει ως αυτόν που απλώς «φτιάχνει». Ένα ιδεόγραμμα θα επηρεάσει μαζί με το ανοιχτό τραύμα του το ιδεο-αλφάβητο της ζωής του, αφήνοντάς τον με μια συναισθηματική παραπληγία, την αδυναμία να δεθεί, την άρνηση να δοθεί.

«Η συνήθεια έθετε τη ζωή του σε κίνηση. Χωρίς καμία εμπιστοσύνη πλέον στις ιδανικές κοινωνίες και δίχως να νιώθει στο κορμί του τη ζεστασιά της χημείας» (σελ. 55). Ο άχρωμος Τσουκούρου έχει απορριφθεί από τους «χρωματιστούς» φίλους του. Και φτάνει κοντά στον θάνατο, για την ακρίβεια στην επιθυμία του θανάτου, μέσα από την οποία σταδιακά θα αναγεννηθεί, οχυρωμένος, απόλυτα «μπετοναρισμένος», με την πανοπλία της οριστικής και ολόπλευρης απόσυρσης από τις ανθρώπινες σχέσεις. Μέχρι ο νέος (;) εαυτός του να αναδυθεί, κρύβει τον πόνο στην ρουτίνα, στην απραξία της συνεχούς προγραμματισμένης κίνησης. Η πεταλούδα που κάποτε ήταν έτοιμη να βγει από το κουκούλι της γιατί είχε πιστέψει στην αρμονία του τέλειου κύκλου των πέντε φίλων, τώρα πεισματικά οπισθοχωρεί στο κουκούλι του μεταξοσκώληκα. Ο συναισθηματικός και ψυχολογικός ακρωτηριασμός είναι ολοκληρωτικός.

Εκεί, στο βιβλίο, αχνοφέγγει και αναγνωρίζεται από όλους μας η «χαμένη εποχή» της ύστερης εφηβείας και πρώιμης νιότης. Ο ρομαντισμός των πρώτων φίλων «καρδιάς και νου», των πρώτων εξομολογήσεων. Εκεί και τότε που η αφύσικα έντονη έλξη και εξάρτηση από άλλους «συμπληρωματικούς» σου, φτιάχνει την φρεναπάτη των ιδανικών σχέσεων. Το αποτύπωμα της προδομένης προσδοκίας ακολουθεί τον Τσουρούκου.

Η εξιδανίκευση καταρρέει με εκκωφαντικό αχό. Αδύνατον να μην τον συμπαρασύρει γιατί έχει καταρρεύσει το πρώτο σκίρτημα και ελπίδα, το πρωτοβάδισμα στον κόσμο των ενηλίκων, στον κόσμο του στοχασμού και της περίσκεψης. Την εποχή που βαδίζεις με την σιγουριά που σου δίνουν οι «παρέες», μια σιγουριά πασπαλισμένη με το απαλό, αφελές άγγιγμα της παιδικής αθωότητας, αυτή την «πούδρα» που σκορπίζει γύρω σου το προστατευτικό της κουκούλι και σε παρασύρει σε μια πρωτοφανή περιδίνηση. Μια σιγουριά που κάνει τα βήματα να πλησιάζουν πιο κοντά την γη σου. Αυτή που νομίζεις ότι βρήκες.

Η απόρριψη δεν θα κλονίσει απλώς τα βήματα. Θα ακρωτηριάσει την διάθεση για περπάτημα στη ζωή, θα ακυρώσει το πλησίασμα, μια για πάντα.

Ο Άκα είναι το κόκκινο, ο Άο είναι το γαλάζιο, η Σίρο είναι το άσπρο και η Κούρο το μαύρο. Οι τέσσερις φίλοι που ομόφωνα θα τον βγάλουν από την ζωή τους. Γιατί το δικό του όνομα δεν έχει.. χρώμα. Κι έτσι ο άχρωμος Τσουκούρου που είναι καταδικασμένος απλώς να φτιάχνει, θα περιοριστεί σε αυτό τον ρόλο. Θα φτιάχνει σταθμούς τρένων. Σταθμούς ασφαλείς που θα μπορούν να στεγάσουν εκατομμύρια επιβάτες. Αλλά ο ίδιος αρνείται πεισματικά να επιβιβαστεί σε οποιοδήποτε τρένο. Του αρκεί να τα βλέπει να περνούν.

«Έτσι, σιγά – σιγά συνήθισε τον νέο (αλλαγμένο) εαυτό του, σαν να μάθαινε μια ξένη γλώσσα αποστηθίζοντας τους γραμματικούς κανόνες της» (σελ.55). Οι κανόνες της ζωής του αυτό λένε. Ότι δεν μπορεί να μετακινείται. Απλά να βλέπει τους άλλους να κινούνται. Ο ίδιος είναι καταδικασμένος να μένει ακίνητος σε ένα σταθεροποιημένο πλάνο, ασφαλής από ανθρώπους, άρα και την προδοσία που σέρνουν μαζί τους. Ο ανώνυμος σύγχρονος κόσμος, σύνθετος και απρόσωπος, αποτελεί ιδανικό καταφύγιο για την ζωή που δεν έχει, και ίσως και αυτή που δεν θέλει να αποκτήσει.

Ο Μουρακάμι, στο ταξίδι αυτό- ακρωτηριασμού του ήρωά του - θα μας ταξιδέψει σε μεταφυσικά μονοπάτια και σε αμφίσημα και δυνατά ερωτικά όνειρα, όπου η ερωτική επιθυμία μπλέκεται με το ασύνειδο και φλερτάρει με την αμφισεξουαλικότητα, ίσως ως αναφορά στην διπλή – θηλυκή και αρσενική- απόρριψη. Θα μας ταξιδέψει όμως και σε μουσικές, με σταθερό μοτίβο το «Le mal du pays» του Φραντς Λιστ που διαπερνά όλο το βιβλίο και τους χαρακτήρες του και γίνεται η μουσική υπόκρουση που κρύβει, θαρρείς, τις απαντήσεις.

Τελικά ο καφκικός ήρωάς του, ο Τσουκούρου Ταζάκι, θα ενηλικιωθεί επώδυνα χωρίς να αποφύγει την έκθεση στο βάρος του συλλογισμού. Κι όταν η Σάρα θα μπει στη ζωή του, θα την αφήσει να τον σύρει στην οδό της λύτρωσης. Να μάθει.. Να απαντήσει το γιατί που σέρνει μαζί του 16 χρόνια. Λέει ο ίδιος για τον εαυτό του. «Εγώ από παλιά έβλεπα τον εαυτό μου ως άτομο κενό, άχρωμο και χωρίς προσωπικότητα. Ή μπορεί αυτός ο ρόλος ο να μου είχε δοθεί μέσα στην ομάδα. Του κενού ατόμου δηλαδή» (σελ. 165) και λίγο πιο κάτω «Ο ρόλος του άδειου δοχείου. Του άχρωμου φόντου. Καμία σχέση με ελάττωμα ή προτέρημα. Απλώς η παρέα μας ενδέχεται να χρειαζόταν ένα τέτοιο άτομο».

Θα πιστέψει ότι υπήρξε το «περιττό στοιχείο» στην πεντάδα, αυτό το φόντο που απλώς έκανε το χρώμα των άλλων τεσσάρων πιο έντονο. Όταν, όμως, φτάσει η στιγμή να διεκδικήσει την εξήγηση που του χρωστούν, έκπληκτος θα ανακαλύψει ότι το χρώμα των άλλων τεσσάρων έχει εξίσου ξεθωριάσει. Τα τραύματα δεν είναι μόνο δικά του και ίσως τα δικά του να είναι τα λιγότερο σημαντικά.

«Οι άνθρωποι δε συνδέονται μόνο μέσα από τα αρμονικά συναισθήματά τους. Μάλλον συνδέονται βαθιά μέσα από τα τραύματά τους. Δένονται μέσα από τον πόνο τους, από τις αδυναμίες τους. Δεν υπάρχει ησυχία χωρίς σπαραξικάρδιες κραυγές, συγχώρεση δίχως να τρέξει αίμα καταγής, αποδοχή που δεν περνάει μέσα από οδυνηρή απώλεια. Γιατί αυτά βρίσκονται στα θεμέλια της πραγματικής αρμονίας».

Μόνο τότε θα ανακαλύψει, σταδιακά, ότι οι σταθμοί των τρένων, δεν χρειάζεται να είναι τέλειοι. Όπως και στις σχέσεις, τα όποια ψεγάδια μπορούν να διορθωθούν. Αρκεί να υπάρχει η απόφαση να τους φτιάξεις. Για να φιλοξενήσουν ανθρώπους. Να μην μείνουν κενά κτίρια, άχρωμα, χωρίς ζωή.

Ο Ταζάκι, αναψηλαφώντας τα σημάδια από το βαθύ του τραύμα, τελικά θα συνειδητοποιήσει ότι ο «πάγος» που νιώθει ακινητοποιημένος μέσα του, χρειάζεται κάτι παραπάνω για να λιώσει. Χρειάζεται ένα άλλο σώμα. Ο πόνος του μπορεί επιτέλους να βιωθεί. «Πάντως και ο πόνος στο στήθος κα ιη ασφυξία ήταν ο σωστός πόνος. Έπρεπε να τον νιώσει. Ο παγωμένος πυρήνας έπρεπε σιγά σιγά να λιώσει. Μπορεί να του έπαιρνε καιρό, αλά έπρεπε να γίνει. Για να το επιτύχει, χρειαζόταν τη ζεστασιά κάποιου άλλου. Δεν αρκούσε η θερμοκρασία του σώματός του» (σελ. 309)

Και στο τέλος, η αναδρομή στο παρελθόν, θα γίνει από κενοτάφιο, ένα μνημόσυνο της οριστικά χαμένης εποχής της ενηλικίωσης.

«Περίεργο πάντως ε;» ρώτησε η Έρι

«Ποιο;»

«Που πέρασε ανεπιστρεπτί εκείνη η υπέροχη εποχή. Ο χρόνος ρούφηξε όλες τις όμορφες δυνατότητες και χάθηκαν».

Ένα βιβλίο – αναφορά στα πρώτα βήματα των σχέσεων. Στο δόσιμο και την αποδοχή, στην απομάκρυνση και την απόρριψη, στο τραύμα και την επούλωση, στις δυνατότητες και τις αποφάσεις. Απλό, συγκινητικό, βαθιά ψυχαναλυτικό.

ΧΑΡΟΥΜΙ ΜΟΥΡΑΚΑΜΙ

«Δε θεωρώ τον εαυτό μου καλλιτέχνη. Είμαι απλώς κάποιος που μπορεί να γράψει. Ναι. Έχω την αίσθηση ότι ζω παράλληλες ζωές. Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί είμαι συγγραφέας αυτή τη στιγμή. Δεν υπάρχει κάποιος ξεκάθαρος, τουλάχιστον από πλευράς καριέρας, λόγος για τον οποίο έγινα συγγραφέας. Κάτι συνέβη κι έγινα συγγραφέας. Και τώρα είμαι επιτυχημένος συγγραφέας. Όταν επισκέπτομαι τις ΗΠΑ ή την Ευρώπη, είναι πολλοί αυτοί που με ξέρουν. Είναι τόσο περίεργο. Πριν από λίγα χρόνια βρέθηκα στη Βαρκελώνη για μια παρουσίαση βιβλίου μου και ήρθαν χίλια άτομα. Έρχονταν κορίτσια και με φιλούσαν. Πραγματικά εξεπλάγην. Τι μου συνέβη;

Με τη σύζυγό μου είμαστε παντρεμένοι περίπου σαράντα χρόνια. Παραμένει φίλη μου. Συζητάμε, πάντα συζητάμε. Με βοηθάει πολύ. Μου δίνει συμβουλές για τα βιβλία μου. Σέβομαι τη γνώμη της. Πού και πού τσακωνόμαστε. Καμιά φορά η γνώμη της είναι πολύ αυστηρή. Ίσως και να το χρειάζομαι αυτό. Αν έκανε το ίδιο ο επιμελητής μου, θα θύμωνα. Μπορώ ν’ αλλάξω επιμελητή, αλλά δεν μπορώ ν’ αλλάξω τη γυναίκα μου.

Μου αρέσει να διαβάζω βιβλία. Μου αρέσει ν’ ακούω μουσική. Μαζεύω δίσκους. Και γάτες. Δεν έχω καμία γάτα αυτή τη στιγμή. Όταν, όμως, δω γάτα στον δρόμο, αμέσως χαίρομαι.

(Απόσπασμα από συνέντευξη του Χαρούκι Μουρακάμι στο www.theguardian.com)

Της Έλενας Χουσνή

Βιβλιοκριτική Arne Dahl “Τα μπλουζ της Ευρώπης»

Παρουσιάστηκε στη Σάμο το νέο βιβλίο της Έλενας Χουσνή

e-genius.gr ...intelligent web software